“Φιάσκο” η επιτήρηση με τις κάμερες στη Βρετανία
επιτήρησης με τις
κάμερες στη Βρετανία – το οποίο χρησιμοποιείται σε μεγάλη κλίμακα στη χώρα – προχώρησε η βρετανική αστυνομία, κάνοντας λόγο για «
πραγματικό φιάσκο».
«
Δισεκατομμύρια στερλίνες δαπανήθηκαν για το υλικό, αλλά δεν σκεφτήκαμε τον τρόπο με τον οποίο η αστυνομία θα χρησιμοποιεί τις εικόνες και πώς θα παρουσιάζονται ενώπιον ενός δικαστηρίου. Είναι ένα πραγματικό φιάσκο» δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου στο Λονδίνο ο
Μάικ Νέβιλ, υπεύθυνος του Γραφείου οπτικών εικόνων, ταυτοποιήσεων και εντοπίσεων (VIIDO) της Σκότλαντ Γιάρντ.
Οι κάμερες δεν έχουν καταφέρει να μειώσουν την εγκληματικότητα, πρόσθεσε ο Νέβιλ: μόνο 3% των κλοπών που έγιναν στο Λονδίνο εξιχνιάσθηκαν χάρη σε εικόνες που προέρχονταν από τις κάμερες επιτήρησης που έχουν εγκατασταθεί στη βρετανική πρωτεύουσα.
Όπως δήλωσε, οι αστυνομικοί δεν θέλουν να χρησιμοποιούν αυτές τις εικόνες «
επειδήαπαιτούν πολλή δουλειά», ενώ οι κάμερες δεν έχουν ούτε καν προληπτικό ρόλο, καθώς πολλοί κακοποιοί υποθέτουν ότι δεν λειτουργούν.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που χρονολογούνται από το 2003, περίπου 4,2 εκατομμύρια κάμερες καλύπτουν τη χώρα, δηλαδή περίπου μία για κάθε 14 Βρετανούς. Ένα άτομο, λοιπόν, μπορεί να φωτογραφίζεται εν αγνοία του από κάμερες ως και 300 φορές την ημέρα.
Η τηλεόραση κλειστού κυκλώματος (CCTV) γνώρισε πραγματική άνθηση στις αρχές της δεκαετίας του 1990 με στόχο να προληφθεί η εγκληματικότητα στα εμπορικά κέντρα.
Στη δεκαετία του 1990, το υπουργείο Εσωτερικών διέθεσε το 78% του προϋπολογισμού για τον αγώνα κατά της εγκληματικότητας στην εγκατάσταση καμερών. Υπολογίζεται πως από το 1994 ως το 2004, δημόσια κεφάλαια ύψους περίπου 500 εκατομμυρίων στερλινών (630 εκατομμύρια ευρώ) δαπανήθηκαν για το σκοπό αυτό.
AΠΟ COSMO.GR
Την ειδική επιστημονική μελέτη, που εκπόνησε τον Φεβρουάριο του 2005 το υπουργείο Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου (Home Office Research Study 292, Martin Gill, Angela Spriggs, Assessing the impact of CCTV, Φεβρουάριος 2005) είχε χρησιμοποιήσει η ακέφαλη σήμερα Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για να απαντήσει στο τότε υπουργείο Δημόσιας Τάξης που, με το πρόσχημα της ασφάλειας, ζητούσε άδεια «για απευθείας λήψη και επεξεργασία της εικόνας».
«Τα αποτελέσματα είναι ιδιαιτέρως αποθαρρυντικά για την αποτελεσματικότητα των κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης σε σχέση με την ασφάλεια των πολιτών. Συγκεκριμένα, η μελέτη έδειξε ότι στις περισσότερες περιοχές όπου υπήρχε εγκατεστημένο ηλεκτρονικό σύστημα παρακολούθησης, η εγκληματικότητα δεν μειώθηκε και ότι, όπου μειώθηκε, αυτό δεν είναι βέβαιο ότι οφειλόταν στην παρουσία καμερών. Η μελέτη έδειξε επίσης ότι οι κάτοικοι των περιοχών αυτών θεωρούσαν ότι η παρουσία των καμερών δεν τους έκανε να νιώθουν ασφαλέστεροι. Σύμφωνα με τα πορίσματα της μελέτης, η τοποθέτηση κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης είναι αποτελεσματική σε σχέση με τη μείωση της εγκληματικότητας και την προστασία αγαθών σε μικρής κλίμακας φυλασσόμενους χώρους, όπως χώρους στάθμευσης, αποθήκες εμπορευμάτων κ.λπ. Αλλά δεν υπάρχουν ενδείξεις που να καταδεικνύουν ότι είναι αποτελεσματική σε μεγάλης κλίμακας χώρους, όπως είναι οι δημόσιοι χώροι», ανέφερε στο έγγραφό της, στις 12 Αυγούστου του 2005, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.
Αναλυτικά η μελέτη, που αποτελεί διεξοδική ανάλυση της λειτουργίας και της αποτελεσματικότητας της χρήσης καμερών παρακολούθησης, αναφέρει ότι: «Δεν μειώθηκαν τα "αυθόρμητα" εγκλήματα, σε αντίθεση με τα "προμελετημένα"». Μάλιστα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι «οι κάμερες που τοποθετήθηκαν στο κέντρο της πόλης δεν είχαν ιδιαίτερα αποτελέσματα». «Σε άλλα σημεία υπήρξε αύξηση της εγκληματικότητας και σε άλλα μείωση», σημειώνουν στη μελέτη, χωρίς να είναι βέβαιο ότι η μείωση οφειλόταν σε αυτές.
Στο ερώτημα «αν οι κάμερες μείωσαν το "αίσθημα φόβου"», οι απαντήσεις των πολιτών που συμμετείχαν σε αυτή ήταν συγκεχυμένες. Ενα πολύ μικρό ποσοστό δήλωσε ότι πρέπει να έχουν αντιληφθεί την ύπαρξη κάμερας για να αισθανθούν ασφαλείς, ενώ το μεγαλύτερο δήλωσε ότι η γνώση ύπαρξης κάμερας δεν μειώνει την ανησυχία των πολιτών να πέσουν θύματα εγκληματικής πράξης.
Περισσότερο αποτελεσματικές αποδείχτηκαν οι κάμερες που είχαν τοποθετηθεί σε εισόδους και εξόδους. Ακόμη, η έρευνα έδειξε ότι οι πολίτες σπάνια αλλάζουν συμπεριφορά μετά την τοποθέτηση κάμερας, ενώ μόλις το 15% δήλωσαν ότι επισκέφθηκαν μέρη στα οποία δεν είχαν πάει, επειδή τοποθετήθηκαν σε αυτά κάμερες.
Από τη μελέτη προέκυψε ότι οι κάμερες λειτουργούν αποτρεπτικά: όταν κάποιος φοβάται ότι θα τον πιάσουν στα πράσα, όταν κάποιος φοβάται ότι το υλικό που θα καταγραφεί από τις κάμερες θα χρησιμοποιηθεί για την καταδίκη του και όταν κάποιος έχει απορρίψει ούτως ή άλλως -ανεξάρτητα από την ύπαρξη της κάμερας- την απόφασή του να προβεί σε εγκληματική πράξη.
Αντίθετα, οι κάμερες δεν έχουν αποτέλεσμα σε όσους θεωρούν ότι μπορούν να αντιμετωπίσουν το «μεγάλο αδελφό» και να μην πιαστούν από αυτόν.
Ενα άλλο ενδιαφέρον συμπέρασμα της μελέτης είναι το εξής: «Η αστυνομία επαναπαύεται στην ύπαρξη των καμερών». Τα «ηλεκτρονικά μάτια» μειώνουν τα αντανακλαστικά της, με αποτέλεσμα να μην κάνει σωστά τη δουλειά της.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 16/02/2008
Άντε και καλά κρασιά...