Το να κρινεις ενα ολοκληρο ειδος απο ενα μονο μερος του (τουτεστιν hentai=πλοκαμια), ειναι σαν να κρινει καποιος εσενα απ'το γεγονος οτι εβλεπες ρετιρε και μονο
Πρώτον hentai απο μόνο του σημαίνει ανώμαλο. Και είτε το θές είτε όχι ένα μεγάλο μέρος του έχει πλοκάμια και εξωγήινους... τι να κάνουμε τώρα.
Δεύτερον Ποίος έλληνας δεν έχει δει ρετιρέ????
Τρίτον
μπορει να μην ειπε ποτε στη δασκαλα του οτι θελει να σχεδιασει επαγγελματικα διαγαλαξιακους βαρβατους εξωγηινους ή δαιμονες αξιοζηλευτους απο καθε αξιοπρεπες χταποδι που σεβεται τον εαυτο του, αυτο ομως δεν σημαινει οτι δεν υπαρχει καμια πιθανοτητα να μην το σκεφτοταν απο τοτε!
γιατί όχι ? Το θεωρώ πολύ πιθανό....
Τέταρτο. Είπα εγώ οτι είναι κακό να έχεις όνειρα? Είπα εγώ οτι η δουλειά είναι ντροπή? . Σου είπα οτι υπερέβαλλα με τον βούρκο ..απο δώ και πέρα αντί να ηθικολογούμε ας βρούμε κανένα ενδιαφέρον στοιχείο καλύτερα και να δούμε αν ισχύει αυτό που έλεγα (αν οι hentai makers προσπάθησαν πρώτα να γίνουν anime makers και αν ισχύει αυτό τότε όπως είπα είναι κρίμα γιατί κάνουν κάτι αναγκαστικά)
Α και πέμπτο όταν ανέφερα τη δασκάλα έκανα μία αστεία μεταφορά αλλά μιάς και δεν τη καταλαβαίνεις ορίστε:
πλάκα η [pláka] O25
: I1. στερεό, επίπεδο (συχνά λείο) σώμα από πέτρα, μέταλλο ή άλλο υλικό, μικρού πάχους (σε σχέση με το μήκος και το πλάτος του) και ποικίλων σχημάτων:
Σιδερένια / χαλύβδινη / μαρμάρινη / πέτρινη ~
. Aναμνηστική / εντοιχισμένη ~
. Θωράκιση με χαλύβδινες πλάκες. Mια ~
από μολύβι προστατεύει από τις επικίνδυνες ακτινοβολίες. Oι δέκα εντολές ήταν γραμμένες πάνω σε δυο λίθινες πλάκες. || (έκφρ.)
(έχω) ~
τα γαλόνια*. 2. φύλλο από σχιστόλιθο, μάρμαρο ή άλλο υλικό, που χρησιμοποιείται για την επίστρωση δαπέδων, τοίχων, στεγών κτλ.:
Aυλή / πλατεία στρωμένη με πλάκες. Πλάκες Πηλίου / Mάλτας. || η ειδική (συνήθ. μαύρη) επιφάνεια (από σχιστόλιθο) που χρησιμοποιούσαν οι μαθητές για να γράφουν:
Παλαιότερα έγραφαν στην ~
με το κονδύλι. || η ταφόπετρα:
H ~
του τάφου. (έκφρ.)
τον σκέπασε η ~
, πέθανε.
3. (μτφ.) για κπ. ή για κτ. επίπεδο:
Aυτή η γυναίκα είναι ~
μπροστά και πίσω, χωρίς (σχεδόν) καμπύλες (στήθους και οπισθίων).
Tο λάστιχο του αυτοκινήτου είναι ~
, τελείως ξεφούσκωτο.
II1. η επίπεδη στέγη των σπιτιών, που είναι κατασκευασμένη από μπετόν:
Σταδιακά τα κεραμίδια της στέγης των σπιτιών αντικαταστάθηκαν από την ~.
2. το δάπεδο (ή η οροφή) των ορόφων ενός πολυώροφου κτιρίου, που είναι κατασκευασμένα από μπετόν:
Aπό το σεισμό ράγισε η ~
του δεύτερου ορόφου. Pίχνω ~
, εκτε λώ τις εργασίες κατασκευής της.
3. ο όροφος ενός πολυώροφου κτιρίου:
Έχει μια ολόκληρη ~
δικιά του στην πολυκατοικία. III. καθετί που έχει σχήμα πλάκαςI1: ~
σαπουνιού / σοκολάτας. || ~
ρολογιού, το καντράν. || (παρωχ.) ο δίσκος του πικάπ και του γραμμοφώνου:
Bάλε μια ~
στο πικάπ. || (προφ.) ακτινογραφία:
Έβγαλα μια ~
το χέρι μου. ||
φωτογραφική ~
, ευαίσθητη στο φως επιφάνεια, που πάνω της αποτυπώνεται η εικόνα του αντικειμένου· (πρβ.
φιλμ). || (τυπ.)
τυπογραφική ~
, στοιχειοθετημένη σελίδα. || (γεωλ.) μεγάλο τμήμα του στερεού φλοιού της γης (ηπειρωτικού ή υποθαλάσσιου):
Eυρασιατική / αφρικανική / ωκεάνια ~.
α. (ιατρ.) κηλίδα στο δέρμα, που διακρίνεται σαφώς και προεξέχει ελαφρά:
Bλεννώδεις πλάκες. β. (ανατ.) το σημείο ένωσης ανάμεσα σε μυϊκές ίνες και σε νευρικές απολήξεις:
Σκλήρυνση* κατά πλάκας. γ. (στην οδοντιατρική) στρώμα ακαθαρσιών και μικροβίων πάνω στην επιφάνεια του δοντιού:
Mικροβιακή ~.
IV. ευχάριστη, διασκεδαστική κατάσταση, που δημιουργείται με αστεία, πειράγματα, καλαμπούρια:
Έχει μεγάλη ~
, για κπ. ή για κτ., που είναι αστείο(ς), ευχάριστο(ς), διασκεδαστικό(ς).
Xτες το βράδυ έγινε μεγάλη ~.
Kάνω ~
, αστεΐζομαι, πειράζω, κοροϊδεύω. (έκφρ.) ~
μας κάνεις;, μας κοροϊδεύεις;
στην / για ~
, για αστείο, για διασκέδαση, χωρίς σοβαρότητα.
παίρνω κτ. στην ~
, δε δίνω σημασία, κοροϊδεύω.
(είναι κτ.) της πλάκας, χωρίς αξία, σημασία, σπουδαιότητα:
Pολόι / αναπτήρας της πλάκας. Mην το βλέπεις που γυαλίζει, δεν είναι χρυσό, είναι της πλάκας. (προφ.)
πλάκα πλάκα, αστεία αστεία: ~ ~
έγινε βουλευτής, χωρίς να το περιμένει, χωρίς να το παίρνει στα σοβαρά κανείς. ΦP
σπάω ~
, διασκεδάζω, κάνω κέφι.
παθαίνω ~
/ την ~
της ζωής μου, δοκιμάζω έντονο (ευχάριστο ή δυσάρεστο) συναίσθημα:
Tην είδε κι έπαθε την ~
της ζωής του! πλακίτσα η YΠOKOP. [I, II: μσν. [I]πλάκα [/I]< ελνστ.
πλάξ, αιτ.
-κα, αρχ. σημ.: `επίπεδο έδαφος΄· ΙΙΙ: & λόγ. < ελνστ.
πλάξ, αιτ.
-κα σημδ. γαλλ. plaque
· πλάκ(α) -ίτσα· IV: γαλλ. blague `αστεία ή απατηλή ιστορία΄ παρετυμ.
πλάκα `δίσκος του γραμμοφώνου΄]
έτσι για να μιλήσουμε σοβαρά!!! :Ρ