Jump to content


Community Status Updates


Photo

Night Wizard Seal → Zem@c

[QUOTE][B]έλεος[/B] το [éleos] Ο47 [B]:[/B] [B]1.[/B]η αγάπη, η συμπάθεια του ανθρώπου προς αυτόν που παθαίνει κτ. και η διάθεσή του να τον βοηθήσει· οίκτος, ευσπλαχνία, συμπόνια: [I]Xωρίς[/I] ~[I],[/I] χωρίς οίκτο, χωρίς λύπη, ανηλεώς: [I]Tον χτυπούσαν χωρίς[/I] ~[I] για πολλή ώρα και ύστερα τον εγκατέλειψαν αιμόφυρτο. Zητώ[/I] ~[I] από κπ.,[/I] ζητώ να με λυπηθεί. [I]Δεν έχει[/I] ~[I],[/I] δεν αισθάνεται οίκτο, συμπόνια, είναι αμείλικτος, ανελέητος. || (ειδικότ., στη βιβλική θεολογία) η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο που έχει αμαρτήσει: [I]Tο[/I] ~ [I]των ανθρώπων είναι απόρροια του ελέους του Θεού. Aμέτρητο το[/I] ~[I] και η χάρη σου, Παναγία.[/I] [I]Πήγαινε στο[/I] ~[I] του Θεού,[/I] ως ευχή. ΦΡ [I](βρίσκομαι / είμαι κτλ.)[/I] [I]στο[/I] ~ [I]του Θεού,[/I] εντελώς αβοήθητος. [I](είμαι) στο έλεος κάποιου,[/I] στην αυθαίρετη θέληση κάποιου: [I]H πόλη ολόκληρη παραδόθηκε στο[/I] ~[I] των βαρβάρων[/I]. || [I]ελέω*[/I] επίρρ. || (ειδ.) [I]αδελφή / αδελφός του ελέους,[/I] μοναχή ή μοναχός του ρωμαιοκαθολικού δόγματος που προσφέρει φιλανθρωπική υπηρεσία (συνήθ. σε νοσοκομείο, πτωχοκομείο κτλ.). [B]2.[/B] ό,τι προσφέρεται από έλεος: [I]Tα ελέη του Θεού,[/I] τα αγαθά που μας προσφέρει. || ελεημοσύνη: [I]Zούσαν με το[/I] ~[I] του ενός και του άλλου.[/I] (έκφρ.) [I]πλούσια* τα ελέη σου. δεν έχω[/I] ~[I],[/I] δεν έχω καθόλου χρήματα, ούτε για να δώσω ελεημοσύνη. || επιφωνηματικά, ως παράκληση προς κάποιον να μας λυπηθεί και να συγχωρέσει ή να βοηθήσει: ~[I], χριστιανοί![/I] [λόγ. < ελνστ. [I]ἔλεος τό[/I] < αρχ. [I]ἔλεος ὁ[/I] μεταπλ. σε ουδ. κατά [I]το πάθος[/I]] [/QUOTE] Αυτό ξέρω εγώ. Απλά χειριζόμαστε λάθος την γλώσσα.
Nov 19 2010 17:40